28.3.14

"Πεμπη πεφτουμε"

Την πεμπτη πεφτουμε ειπε ο καπτα Σταυρος...
Μια μερα βροχαδα με νοτια μουντο.
Ενα μεσημερακι παραξενο, βουβο, διχως ηχο...
Αυτη την φορα , σε αυτη την καθελκυση, σε αυτο το ριξιμο , το πεσιμο ή οπως αλλιως δεν πηγα στην πρυμη, δεν πηγα στην κουπαστη, δεν πηγα στη γεφυρα. Πλωρα , καταπλωρα στα ριζα του μπαστουνιου.
Να βλεπω βαζα,κορακι, σχαρα, στερια κ θαλασσα, τα συρματα να τεντωνουν, να νοιωθω το σκορτσο τους ...
Κ αυτη τη φορα ειπα πως δεν εχει φωτογραφιες... την μηχανη ρυθμισα στο βιντεο κ το ματι μου εφευγε ελευθερο, επαιζε δεξια κ αριστερα , να κοιτα αν ολα ειναι καθως τους πρεπει, να αφουγκραζομαι αν πηραν με την πρωτη μπρος οι μηχανες, ποσο σιμα ειναι το φουνταρισμενο ιστιοφορο....
Ολα αυτα λοιπον στο βιντεακι το μικρο, το ερασιτεχνικο ,της καθελκυσης... που μπορει τις εικονες κ τις στιγμες να απαθανατισε, να τις φυλαξε κ να τις φυλακισε στο φακο , μα τα συναισθηματα που καθε μα καθε φορα που νοιωθω σε καθε "ριξιμο" δεν μπορει να τα αποτυπωσει...
Κ για το βιντεο απλα πατηστε εδω







26.2.14

Καθελκυση με το παραδοσιακο τροπο των παλιων καρναγιων

σε βιντεο το ενα λεπτο της καθελκυσης . Αξιζει να το δειτε

Εχουν περασει ηδη 28 χρονια απο οταν στο ιδιο αυτο Καρναγιο (βλυχο Λευκαδας) ναυπηγηθηκε κ επεσε για πρωτη φορα στα νερα το Αιγαιωτισσα.
Εχω περασει μια ζωη απο παιδακι σε καρναγια, σε αναλκυσεις, καθελκυσεις, ναυπηγησεις. Σε μικρα ή πιο μεγαλα πλεουμενα. Ωρες ατελειωτες κουβεντας με καραβομαραγκους, σε ταρσαναδες , στις πλωρες ξυλινων σκαριων. Ομως την εμπειρια της καθελκυσης νομιζω πως δεν υπαρχουν λογια να την περιγραψουν. Καθε φορα πεταω τη σκουφια μου για να ειμαι πανω στο σκαφος που θα "πεσει", να ακουσω το πλαφασμο της θαλασσας, τα νοιωσω τα συρματα να τ αμολανε, τους αρμους να τριζουν, το σκαφος να βουτα... Ετσι κ φετος... Ομορφα "πεσαμε" κ απαλα" δεν φρεναρισε, δεν σκορταρισε το σκαφος , δεν ανοιξαν οι αρμοι... Κ ειχε κ ταξιδακι μεχρι το λιμανι, ισα να ξεκαπνισουν οι μηχανες... Και ειχε κ μανουβρα , ισα να ξεμουδιασουν τα χερια με τους καβους...
Κ αν στο παρελθον καθε "ριξιμο", "πεσιμο", "καθελκυση" αποτελουσε εικονα συνηθη για τα νησια , τωρα το ριξιμο ενος ξυλινου μεγαλου σκαφους με το παραδοσιακο τροπο των βαζων σπανιζει, κ αποτελει αξιοθεατο για το "φιλοθεαμον" κοινο κ για φιλους αγαπημενους. Κ ετσι στο λιμανι δεν γυρισαμε κενοι επιβατων μα ειχαμε συντροφια τον Θοδωρη, τον Φωντα, τον Γιαννη, τον Βασιλη ...συνολο 10 νοματαιοι μαζι με καπτα Σταυρο , Πανο, Βεσσαριο, Χρηστο, Αντωνη κ εμενα...






11.11.13

ροτες παιδικες κ αλλιωτικες

-"τα περισσότερα στη ζωή μας έχουν μια εξήγηση. Άλλοτε τη "βλέπουμε", άλλοτε δεν την "βλέπουμε" και μερικές φορές δεν θέλουμε να τη "δούμε" μου ειπανε. Ετσι ακριβως...
 Καποιες φορες ολα αποκωδικοποιουνται σαν αντικρισεις μια παλια φωτογραφια... Ποσο μαλλον σαν ξεφυλλιζεις των παιδικων χρονων τις "σελιδες" των αναμνησεων . Απο το 1977 μεχρι το 1985 ...
Στο μικρο το παντα αγαπημενο "sunny cruise"...
Allegro-αντισυμβατικη-θαλασσινη... Αυτα με μπολιασε η αρμυρα που ποτισε τοτε το αιμα μου.

Διχρονη , Ιουνη του 73 με ενα κοτερο , (εκεινο λεει που γυριζε τα πλανα στις παλιες του james Bond τις ταινιες) με πηγανε στην Τηνο να βαφτιστω...
Και εγω επλεα σε πελαγα τρισευτιχισμενη...Και απο τα βαφτισια θυμαμαι πως πηρα απο το χερι τον καπετανιο νονο , φορεσα το παλτο κ ζητησα να παμε να δουμε στης Τηνου το λιμανι τα βαπορια κ να φαμε καραβισια μακαροναδα κ να αγναντευω πρυμες πλοιων κ ρεμετζα...

Και ηρθε μετα το sunny cruise... Ιονιο κ Αιγαιο με φουρτουνες με μπουνατσες... τοτε που στης αγονης τα νησια  μητε λιμανια υπηρχαν , μητε ηλεκτρικο κ ηταν ολα τοσο πιο ωραια.

"σαν γυφτακι" ... μαυριδερη κ ηλιοκαμενη με ενα τσαμπι σταφυλι να τσιμπολογω κ με ενα βιβλιο στο χερι να διαβαζω ... ταξιδευοντας ανταμα με τους αγαπημενους, αυτους που παντα ητανε μαζι αλλα κ τους αλλους που τους προσμενα με αδημονια καθε καλοκαιρι να φανουν. Σαν τον κιθαριστα μας , τον αγαπημενο curt , τον Αυστριακο με την μαγικη φωνη. Που ακομη νοσταλγω τα τραγουδια του στην πλωρη, τα βραδυα... "black rose" με ελεγε κ ρωταγε τι ηθελα να τραγουδησει... κ του ζητουσα μονιμα κ συνεχως επιτακτικα δυο τραγουδια "My bonnie lies over the ocean" κ την μπαλαλαικα. Ομως σιγησε η φωνη του χρονια τωρα, ενα βραδυ που ηρθε στο ονειρο να με αποχαιρετησει..."φευγω" μου ειπε κ τον ακουσα τελευταια φορα να τραγουδα 



Την λατρευα την αιωρα της πλωρης... Κ ας την μαζευαν καθε φορα που ειχαμε φουνταρισμα. Μονο στα λογκαδα την σκαριαζαν, που δεν ενοχλουσε το βιντζι. Και τα βραδια την ξαναμαζευαν γιατι εκει ηταν το στεκι που με ρετσινα κ κιθαρες περνουσαμε τα βραδια μας ...ελληνες κ ελβετοι κ αυστριακοι ανταμα... Κ οταν τα αλλα τα πιτσιρικια , την ωρα που ανοιγαν τα σχολεια, οι φιλοι κ οι συμμαθητες λεγαν πως ηταν τα καλοκαιρια τους στο χωριο κ την πολη δεν ειχαν χωρο οι δικες μου αναμνησεις. Τοσο ξενες, τοσο αλλιωτικες, τοσο παρατερες.

"Παππου" σαν ναυαγος εισαι ειπε ο εγγονος βλεποντας την πρωτη φωτο με τα μουσια...
 "Παππου εισαι δυναμη" ειπε βλεποντας την δευτερη...
Εγω ομως αναπολησα την αγαπημενη μου θεση εκει στην κουπαστη της πλωρης που εσκαγε το κυμα... Παντα εκει με μπουνατσα , με φουρτουνα , με τα ποδια κρεμασμενα εξω να βλεπω μπροστα απο την πλωρη, να χανεται το ματι στο μπλε του οριζοντα....

Πως λεει το τραγουδι "Να ξαναγινομασταν παλι πιτσιρικοι?"
Τουλαχιστον δεν σκοτωσε ο χρονος ουτε το χαμογελο, ουτε την ευτυχια που μου χαριζει καθε ανταμωμα με την θαλασσα κ με το κυμα.
Κατι ειναι κ αυτο.


11.9.13

Exr. Samina - 13 χρονια μετα

Καθε Σεπτεμβρης ειναι μια μαυρη επετειος...
Αναδημοσιευω εδω τις σκεψεις κ τα συναισθηματα που μου γεννησε η εφετινη ετσι οπως δημοσιευθηκε στο περιοδικο Εφοπλιστης (τευχος  245 Σεπτεμβρη 2013)




O ίδιος απαράλλαχτος διάλογος , η ίδια παντα σκηνή δεκατρία χρόνια τώρα ,λίγο πριν σαλπάρει με το πλοίο της γραμμής απ το νησί, για το νησί…
Δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Και οι δυο ξέρουν ποια είναι η προτεραιότητα στων μπαγκαζιών το περιεχόμενο.
-«Μάνα τα έβαλες?»
-«Ναι παιδί μου», κάθε φορά η ίδια συνωμοτική απάντηση
-«Μάνα θέλω να βεβαιωθώ , να είμαι ήσυχος»
-«Δες παιδί μου μόνος σου» Κάθε φορά η ίδια συγκαταβατική απάντηση.

Και καταγαλιαζει της ψυχής η αγωνιά σαν αντικρίζει τα βατραχοπεδιλα ,παντα πάνω πάνω, παντα πρώτα, χειμώνα –καλοκαίρι ατού ταξιδιού τη χειραποσκευη…

----
Δεν ήταν καλή επιλογή να ταξιδέψει με τούτο το από παντού κλειστό ταχύπλοο. Μπορεί να γλίτωνε χρόνο αλλά ασφυκτιούσε, της έπαιρνε τον αγέρα, της έκοβε την ανάσα.
Και άρχισε μεσομπουγαζα να κουνά με ένα παράξενο σκαμπανέβασμα. Προσπάθησε να ελέγξει τον πανικό που την κυρίευε. «έτσι κουνάνε ετούτα»… Σε κάθε σκαρτάρισμα , σε κάθε χτύπημα της μάσκας στο κύμα… Και ο ιδρώτας την έλουζε, κ ο φόβος την κυρίευε, κ οι εικόνες –δεκατρία χρόνια τώρα- ολοζώντανες ξανά, κ είναι τώρα μέσα στην θάλασσα… Και ο φόβος έγινε κραυγή, κραυγή τρομαχτική κραυγή ανεξέλεγκτη , κραυγή άναρθρη που γέμισε το χώρο τον επιβατών γυρεύοντας διέξοδο. Και ήρθαν όλοι, το πλήρωμα, πρόστρεξαν οι αξιωματικοί, κ πήγε στη γέφυρα, να νοιώσει ασφάλεια, να βλέπει τι γίνεται κάθε στιγμή , σε κάθε κύμα. Μόνο έτσι θα ησύχαζε…

----
Κάθε φορά κάθε καλοκαίρι η ίδια η σκηνή στο νησί, δεκατρία χρόνια τώρα, η ίδια συγκίνηση στο σμίξιμο , στο καλοκαιρινό αντάμωμα.. Και η κουβέντα παντα κάθε φορά να περιστρέφεται οδυνηρά κ μόνο γύρω από κείνη την νύχτα, κ ας υπήρχαν χίλια δυο ακόμη να μοιραστούν. Ξανά κ ξανά κ ξανά τα ίδια λόγια, οι ίδιες περιγραφές, ο ίδιος πόνος, ο ίδιος τρόμος, τα ίδια αναπάντητα ερωτηματικά, η ίδια ευγνωμοσύνη για τους σωτήρες - μα είναι τόσο  βαριά αυτή η λέξη… « Κ είμαστε ακόμη ζωντανοί»

---
Και σαν να ηρθε του χρόνου το πλήρωμα , δεκατρία χρόνια μετά , η καλοστεκούμενη μεσόκοπη κ περήφανη γυναίκα ,αξιώθηκε λέει με δάκρυα απροσποιητα στα μάτια, δάκρυα μόνο  να ψελλίσει ψιθυριστά , πέφτοντας στην αγκαλιά ενός τόσο αγαπημένου άγνωστου
«Χάρη σε σας έχω το παιδί μου. Ευχαριστώ…Αλλά δεν μπορώ να πω τίποτα άλλο, δεν μπορώ να κάνω για σας τίποτα άλλο»

---
Κοιτάνε το βλέμμα του, ένα βλέμμα θόλο, ένα βλέμμα κενό, ένα βλέμμα άδειο… Εκεί που σε παρακολουθεί , εκεί χάνεται, βυθίζεται σε ένα κόσμο ομόδικο του , απροσπέλαστο, αδιόρατο, άγνωστο σε όλους… Κανείς δεν ξέρει τι σκέφτεται εκείνες τις ώρες, τότε που αρχίζουν οι ζαλάδες του – δεκατρία χρόνια μετά- Ξέρουν μόνο πως τότε άρχισε να θολώνει η ματιά , τότε άδειασαν από ψυχή , από καρδιά κ από αντοχές ετούτα τα κενά μάτια.

----
Δεκατρία χρόνια μετά κ ακόμα σε κάθε λογκαδο, σε κάθε περατζαδα , σε κάθε ταξίδι θέλει να βλέπει την πλώρη του, παντα την πλώρη του , κ ας είναι μέρα , κ ας είναι νύχτα… Θέλει να ξέρει, να έχει ο ίδιος γνώση πως Πόρτες δεν θα βρεθούν ξανά στου καραβιού του τη ρότα.

----
Το γύρισε στα βιβλία, στο διάβασμα, στο δίκαιο, ναυτικό δίκαιο, αποφυγή συγκρούσεων, ότι είχε σχέση με καραβιά, με ατυχήματα, με  ναυάγια, έπρεπε να αποκτήσει γνώση, έπρεπε να βρει απαντήσεις, έπρεπε να καταλάβει, έπρεπε να αγορεύσει. Έπρεπε σε κείνη , και στην επόμενη τη δική να βρει εξηγήσεις, να βρει γιατρειά «Ε όχι 82 νεκροί είναι πολλοί, υπάρχουν όρια» …Δεκατρία χρόνια μετά ακόμη την γυρεύει απεγνωσμένα  η ψυχή του .
---
Έλιωνε ολοένα κ περισσότερο, έλιωνε κάθε μέρα ,ανήμπορη σε ενός νοσοκομείου τον ασφυκτικά μικρό θάλαμο… Δεν έχανε την ελπίδα της κ ας της κατάτρωγε τα σωθικά, κ ας μη μπορούσε πια να περπατήσει – «Λες να μπορέσω να ξαναβάλω παπούτσια?» ρωτούσε με  αγωνιά… Και οι γιατροί δεν έδιναν μήτε φρούδες ελπίδες… Και ξερνά όλοι – επιστήμονες κ δικοί- πως εκείνη η νύχτα η αποφράδα, δεκατρία χρόνια πριν, τότε που έψαχνε τον άντρα της ήταν η αφορμή που πυροδότησε τούτο το νόσημα.

 Στο βιβλίο λοιπόν των ζωών τους, στα τόσα ξεχωριστά βιβλία των ζωών τους , μια σελίδα η τσακισμένη, σελιδοδείκτης κ ορόσημο για κάθε πρόταση , για κάθε παράγραφο…
Γραμμένη με μαύρα με τα πιο μέλανα , τα πιο τονισμένα γράμματα,
Κιτρινισμένη από το χρόνο ,
Κιτρινισμένη από τα δάκρυα κ το πόνο,
Διόλου δεν ξεθώριασε…
Παντα εκεί ανοίγει το βιβλίο , σε κάθε τυχαίο ξεφύλλισμα , σε κάθε αναφορά.

Μα γιατί δεν στάθηκε ο χρόνος γιατρειά – κατά πως λένε- σε τούτο των ναυαγών τον τρόμο που ξεπηδά κάθε φορά ολοζώντανος  ακόμη κ σήμερα στα λόγια, στις αφηγήσεις, στη καθημερινότητα τους?
Πως γίνεται δεκατρία χρόνια μετά τα τραύματα κ οι πληγές του μυαλού , της καρδιάς , της ψυχής να χάσκουν ορθάνοιχτες, να πονάνε ακόμη τόσο οδυνηρά, να μην έχουν βρει γιατρικό?
Και αν κάποιος- σκληρά κ άδικα – αναρωτηθεί μήπως οι σελίδες οι τσακισμένες του βιβλίου , των τσακισμένων ζωών είναι με υπερβολή διανθισμένες? Σαν τα δράματα που δίνουν υπόσταση σε ζωές άχρωμες κ αδιάφορες, που χρήζουν κάποιους κομπάρσους σε πρωταγωνιστές?

Μπορούμε? , θα μπορέσουμε άραγε ποτέ όλοι εμείς οι «απέξω» να νοιώσουμε  ποτέ πως ένοιωσαν, πως εξακολουθούν να νοιώθουν ετούτοι οι άνθρωποι , και οι δικοί τους , οι κοντινοί τους , οι οικογένειες του?
Και αν για κάποιους   η θάλασσα ακόμη κ φουρτουνιασμένη, ακόμη κ αυτή του ναυάγιου δεν φέρνει τρόμο, είναι τα "νερά τους" για όλους αυτούς τους ανθρώπους , τους  νησιώτες, του ναυάγιου τους επιζήσαντες, τους  ταξιδευτές, που βρέθηκαν εκείνο βράδυ μέσα στα παγωμένα νερά  ήταν κάτι άγνωστο, ήταν κάτι φοβιστικο κ ήταν νύχτα κ ήταν σκοτάδι κ ήταν εφιάλτης κ είναι εφιάλτης ακόμη κ τώρα που κλείνουν τα μάτια κ ζωντανεύει η φρίκη.

Και θέλοντας να ακούσω των ψυχών τους τα μύχια, να δω τι αντίκριζε εκείνο το βλέμμα το τρομαγμένο, να καταλαβαίνω γιατί «δεν ξεπερνιέται ποτέ» κατά πως λεν, γιατί παντα θα χάσκουν οι πληγές ανοιχτές , γιατί ποτέ η μάτια γαληνή δεν θα κρύβει,  γυρίσω πίσω, ανατρέχω σε κείνη τη νύχτα, τότε που σταμάτησε ο χρόνος, σε κείνα τα λεπτά , σε κείνες τις ώρες κ τους ξανάκουω, αφήνω να ζωντανέψουν οι δικές τους, οι καταδίκες τους , οι μοναδικές οι μνήμες…
 τι κ αν κάθε μια ψυχή βίωσε κ βιώνει αλλιώτικα την δική της αλήθεια, τι και αν η διαφορετικότητα κάθε περιγραφής, η κάθε ξέχωρη οπτική κάνει κ τους ίδιους να αναρωτιούνται «Μα ήμασταν στο ίδιο ναυάγιο»?
Πως διηγείσαι ένα θαμπό όνειρα το επόμενο πρωί, έτσι συγκεχυμένα, δίχως λογική είναι οι εικόνες που έχει  μαζέψει ο καθένας με  την δική του "αλήθεια" παραμορφωμένη, τρομαγμένη, υπερβολική , φοβισμένη , ακόμη κ τώρα μπερδεμένη στο μυαλό . θολές ασύνδετες εικόνες.. Γιατί να έχει όμως νόημα? Τι είχε νόημα άραγε από κείνη την νύχτα
---
«κοιμάται  ανέμελος, κουρασμένος , στο τέρμα των διαδρόμων κατάχαμα με σλιπινγκ μπαγκ σαν όλους τους νεαρούς της οικονομικής θέσης. Ξυπνά …Δεν καταλαβαίνει τι έγινε. Τι είναι  εκείνος ο πανικός .όλα έγιναν αστραπιαία. Όταν ανακαλεί την μνήμη θυμάται μόνο πως ίσα που πρόλαβε να φορέσει σωσίβιο που του πέταξε μια άγνωστη κύρια 3 λεπτά πριν βουλιάξει. Δεν ξέρει  μπάνιο παρά μόνο με βατραχοπεδιλα. Αδύνατος κ λιπόσαρκος θυμάται –«σε ένα ντοκιμαντέρ το είδα»- πως αφού είχε σωσίβιο δεν πρέπει να βγάλει ούτε ρούχα ,ούτε παπούτσια, ούτε το δερμάτινο μπουφάν …για να γλιτώσει την υποθερμία.
«Κοιταζω το ρόλοι, πότε πέρασαν τρεις μίση ώρες στην θάλασσα ?
«Εγώ κ άλλοι 10 ναυαγοί η μάλλον 10 φωτάκια σωσίβιων , αυτό βλέπω  μες στο σκοτάδι να  παρασερνόμαστε μακριά από τους υπόλοιπο το τσούρμο να μας πηγαίνουν τα ρέματα κ τα κύματα ξομακρα  προς τα ανοιχτά.»
 Βλέπουν  τα ψαροκάικα σε μεγάλη απόσταση , να περνούν να κατευθύνονται στις  ξερές εκεί που ήταν μαζεμένοι οι πολλοί.
Βρίσκονται ξαφνικά οι τέσσερις άγνωστοι  πιασμένοι αγκαζέ- αυτός , μια κοπέλα, και ένα ζευγάρι σαμιώτες , ο άντρας θηριώδης- σε μια ύστατη προσπάθεια να ενώσουν τις δυνάμεις κ τις αντοχές τους..
Κάποιοι τους αντιλαμβανονται . Ερχονται κοντά μικρά ταχύπλοα. Δεν μπορούν όμως να πλησιάζουν. Η  θάλασσα τα σηκώνει στον αέρα. Τα  πετά το κύμα .  Τις κουλούρες δεν μπορούν να τις πιάσουν. Οι ναυαγοί τους φωνάζουν. «Φύγετε θα πνιγείτε».
Είναι παράξενο ..Τον δικό τους τον κίνδυνο μέσα από την θάλασσα δεν τον έβλεπαν , δεν τον αντιλαμβάνονταν, δεν θελαν να τον αντιληφθούν «Μπορεί κ να τον συνηθίσαμε αφού δεν πνιγήκαμε εξαρχής»  .Βλέπουν όμως τα σκάφη να κινδυνεύουν. Τότε ένας τους φωνάζει « θα σας στείλω ένα μεγάλο» . Νόμιζαν πως το λέγε για να τους εμψυχώσει φεύγοντας.
Βλέπουν όμως να τους πλησιάζει ένας όγκος φωτισμένος . «ναι θα μπορέσει να μας σώσει» αναθαρρούνε.  Όμως οι κινήσεις του δύσκολες  κ ξαφνικά  «το  βλέπουμε  να στρίβει απότομα  κ να έρχεται καταπάνω μας  με την πλώρη» . Ολοθορθο το σκάφος από το κύμα , αντικρίζουν  τα βρεχόμενα κ την καρίνα στον αέρα , μόνο η πρύμη είναι μέσα στο νερό. Νομίζουν πως θα πέσει  πάνω τους. «την γαμήσαμε» σκέφτεται κ κλείνει τα μάτια περιμένοντας το τέλος.
 Όμως ξαφνικά  βρίσκονται στο πλάι του , εκεί που απαγκιάζει στα απήνεμα. Μια φιγούρα όρθια στην πλώρη  του πετά την κουτουλά κ ναι  «πετυχαίνει τρίποντο» την περνά μέσα από το χέρι του. Τους τραβούν κ τους 4 μαζί σφιχταγκαλιασμένους , αλλά κοπανάν στα πλευρικά του μεγάλου σκάφους.  Μπλέκεται το σκοινί στα ξάρτια «Τραβήξτε εσείς τα μπόσικα» τους φωνάζουν . Όμως λίγο πριν την σωτήρια οι δυνάμεις εγκαταλείπουν, το σθένος εξαφανίζεται. Ήδη η υποθερμία τον κυριεύει.
Η κοπέλα απελευθερώνεται πηγαίνει  στην σκάλα , το ίδιο κ ο θηριώδης σαμιώτης  Ξαφνικά η γυναίκα που ήταν κ αυτή εξαντλημένη κ γαζωμένη από τον λαιμό του χάνεται.. Δεν ξέρει τι συνέβη, την ψάχνει  κάτω από το νερό, νομίζει πως πνίγηκε, αφήνει την κουλούρα  να ψάξει να βρει αυτή την άγνωστη , όμως  το κύμα τον πηγαίνει  κάτω από την σκάλα , δεν έχει  αντοχές να πιαστεί θα σκοτωθεί  ανάμεσα στα σιδερά, . Σβήνει… θυμάται μόνο 2 γυμνά ποδιά –να μπαίνουν μέσα στο νερό κ να τον αρπάζουν. « Θα τα αναγνώριζα ακόμη κ τώρα ανάμεσα σε χιλιάδες ποδιά» Νομίζει – εκεί τον έχει εγκαταλείψει η μνήμη- πως τον πέταξαν σαν σακί στο κατάστρωμα.
Θυμάται μόνο πως είπε «τώρα σώθηκα» . Έχει παγώσει , νοιώθει κάποιον να τον χτυπά στη πλάτη , ξερνά θάλασσα, ξερνά νερό.  Εκεί βλέπει κ τους υπόλοιπους τρεις, τα τρία μοναχικά Φώτα που για ώρες μηνάν σφιχταγκαλιασμένοι. Εκεί ήταν  και άλλοι  ήταν πάνω από 25 , γύρω στους 30 οι σωσμένοι.. Μα δεν προλαβαίνει  να χαρεί . Ζαλίστηκε πολύ , τον πιάνει η ναυτία.  Και ένας φόβος παράλογος πως τώρα που σώθηκε θα βουλιάξει κ αυτό το σκάφος της σωτήριας. Και πεσμένος κατάχαμα , παγωμένος, με μια κουβέρτα , αρχίζει να φωνάζει , να ικετεύει για στεριά….
Και η μίση  ώρα μέχρι να τους πιάσουνε στο λιμάνι ήταν για αυτόν ο χειρότερος εφιάλτης…


Νόμιζε πως όλα τελείωσαν σαν πάτησε στη στεριά, δεν θυμάται πως σώθηκε, και ας πέρασε λίγη ώρα μόνο.  Θυμάται μόνο ένα όνομα “panther” , δεν ξέρει όμως αν το είδε, αν το διάβασε , αν το άκουσε, αυτοί λέει είναι οι σωτήρες του … και είναι ένα μεγάλο άσπρο σκαρί με δυο άλμπουρα. Δεν στάθηκε να δει , δεν συγκράτησε τίποτα, δεν είδε τίποτα , δεν θυμάται πως πέρασε τόσες ώρες στα κύματα. Πατά στεριά κ μόνο αυτό έχει σημασία. Μέσα στο σκοτάδι, διακρίνει το εκκλησάκι, νοιώθει την ανάγκη να πάει , να ανάψει ένα κεράκι, ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης.
Μπαίνει μέσα , είναι σκοτάδι, μα νοιώθει πως δεν είναι μόνος.
-«Θα είναι ναυαγοί σκέφτεται κ τους έβαλαν εδώ να κοιμηθούν».
Ανάβει το κερί κ ετοιμάζετε να προσκυνήσει κ όπως το αχνοφεγγισμα του φωτίζει την εκκλησία κ  καταλαβαίνει με τρόμο πως το εκκλησάκι της παράλιας είναι μια εκατόμβη , πως εκεί έβαλαν τους πνιγμένους….
Και τούτο είναι το μόνο που θυμάται, το μόνο που κάποιες φορές καταφέρνει με κόπο να διηγηθεί… για αυτόν ο χειρότερος εφιάλτης….


«(…) ακούμε ένα τρομερό κρότο ,ένα δυνατό τράνταγμα. Πέσαμε από τις καρέκλες. Ένοιωσα να με ποδοπατάνε στην προσπάθεια τους να βγούνε έξω. Πανικός, φωνές υστερίας, γυναίκες – μα αυτή είναι ψύχραιμη ακόμη - να ουρλιάζουν , παιδάκια να κλαίνε. «Φόρεσα σωσίβια σε περίπου δέκα άτομα. Πάω προ το πίσω μέρος του πλοίου κ πιάνομαι από την κουπαστή, έχει τρομερή κλίση με το ζόρι κρατιέμαι»
γλιστρά μέσα , βουλιάζει τέσσερα μέτρα , ξαναβγαίνει .  Κοιτά πίσω. Το πλοιο γερμενο κ επάνω του , μέσα κ έξω άτομα γαντζωμένα.
«Αρχίζω να φωνάζω « Πέστε το πλοίο βουλιάζει, θα σας πάρει μαζί του» Σχεδόν παρακαλούσα.
Βλέπω δίπλα μου μια κοπέλα αλλοδαπή να προσπαθεί να πάει προς το πλοίο που βουλιάζει. Την κρατάω, αντιδρά, Επιμένω» Σχεδόν παλεύουν οι δυο γυναίκες.
«Αν την άφηνα το καράβι θα την έπαιρνε μαζί του. Βλέπω σε μικρή απόσταση μια ομάδα ανθρώπων , τραβώ την κοπέλα κ κολυμπώ προς το μέρος τους. Απελπισμένα πιανόμαστε ο ένας από τον άλλον , Όχι όμως για πολύ. Το πλοίο βυθίζεται, έρχεται τότε ένα κύμα τεράστιο, μας βουλιάζει 4-5 μέτρα. Αισθάνομαι να με τραβούν χέρια από παντού, από τα μαλλιά , τα χέρια ,τα ποδιά, Νοιώθω να έρχεται το τέλος , προσπαθώ να κρατηθώ στην επιφάνεια, να πάρω ανάσα, καταπίνω νερό, νοιώθω να πνίγομαι, σε μια τελευταία προσπάθεια κάνω βουτιά κ περνώ κάτω από όλους που ήταν γύρω μου. Από κείνη τη στιγμή κ μετά  αποφεύγω κάθε άλλο άνθρωπο που βλέπω δίπλα μου…
(…) Και τότε βλέπω τον εφιάλτη που θα στοιχειώνει τα όνειρα μου για ολόκληρη τη ζωή μου: Δεξιά μου βλέπω κάποιον χωρίς σωσίβιο μπρούμυτα στο νερό. Τον τραβώ. Είναι νέος ,περίπου τριάντα. Τον κραταω,Του μιλώ. Προσπαθώ να τον Εμψυχώσω , να του δώσω κουράγιο. Τον βεβαιώνω πως θα σωθούμε αρκεί να βοηθήσει και εκείνος. Τον βαράω , δεν αντιδρά. Δεν ανταποκρίνεται. Βλέπω μια πόρτα να επιπλέει.. Τον ακουμπάω επάνω συνεχίζοντας να του μιλώ. Καμία αντίδραση. Συνεχίζω περίπου μίση ώρα. Δυστυχώς καταλαβαίνω ότι δεν ήθελα να παραδεχτώ. Είναι νεκρός. Βλέπω να πλησιάζουν άνθρωποι για να κρατηθούν από την πόρτα . Φοβάμαι πως θα πιαστούν πάλι πάνω μου. Αφήνω τον άντρα κ αρχίζω να κολυμπώ…»
 Μετά από τρεις ώρες στη θάλασσα ηρθε η σωτήρια από παραπλέον σκάφος
«Γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα μας βγάζουν στο Λιμάνι της Πάρου. Ο Εφιάλτης έχει τελειώσει.
Έτσι νόμιζα τουλάχιστον . Γιατί οι Εφιάλτες μόλις άρχισαν»

Και για κανέναν, για καμία ψυχή, για κανένα ναυαγό, για καμία οικογένεια δεν έπαψαν κ δεν θα πάψουν ποτέ,
Γιατί ο χρόνος δεν αρκεί πανάκεια να γίνει κ γιατρειά για τον πόνο, για τον φόβο, για την απελπισία, την οδύνη, την φρίκη, τον θάνατο.


(Στη  μνήμη της Χριστίνας που έφυγε άδικα , 13 χρόνια μετά ,αφιερωμένο)

2.5.13

Αδ. Κοραης στην Κιμωλο... Μια αλλιωτικη προσεγγιση

Ενα αρθρο μου στον Εφοπλιστη του Μαη που αφορα στο βιντεακι το διασημο πλεον της Κιμωλου.
Απο μια διαφορετικη οπτικη...
Ισως καποιοι το βρουν καυστικο, ειναι ομως το "παραπονο" μου , το μεγαλο παραπονο ενος ανθρωπου , μιας γυναικας που γεννηθηκε, μεγαλωσε κ ζει στη θαλασσα για τον τροπο που αντιμετωπιζουν οι νεοελληνες το υγρο στοιχειο, τα βαπορια, τους ναυτικους, τους θαλασσινους.

Πριν το διαβασετε δειτε το βιντεο...
 εδω

Αν αντεχετε διαβαστε τα σχολια. οχι αυτων που αντικρισαν κ εισεπραξαν τα αυτονοητα , αλλα των αλλων...

Και αν κ εσεις "θυμωσετε" με τους "καπεταναιους του καναπε" τοτε διαβαστε το αρθρο μου στον "Καταπλου" του Μαη.
στον Εφοπλιστη (πατωντας εδω) 
ή πανω στις φωτογραφιες


26.4.13

Ενα παράδοξο ρεμετζο....

μπουχτισμένη απο τις στεριανες σκοτουρες, μπαιλντισμενη απο το τρεξιμο κ με μια ανειπωτη λαχταρα να δω την προπελα να γυριζει, τα απονερα να σκορπαν αλμυρα  εγραφα δυο μερες πριν :

"Ζηταω πολλα?
Δεν ζητω τους ωκεανους , ουτε τα μακρινα πελαγη...
Ενα μιλι , ενα σταδιο του μιλιου μακρυα απο τη στερια να βρισκομαι μου φτανει για να νοιωσω αλαφρωμενη...
τριγυρισμενη μονο απο θαλασσα, απο κυματα, απο αλμυρα, απο μπλε...
να αφησω ολες τις στεριανες σκοτουρες , τους ανθρωπους της, τις εγνοιες, τις συμβασεις κ τους συμβιβασμους, πισω στο ντοκο...εξω... κ ας μην σαλπαρω μακρυα...μονο να μην με αγγιζουνε, να μην φτανουνε, να μην με θωρουνε κ οταν μ αναζητανε να απαντω "δεν μπορω τωρα , αρμενιζω..."
)
"

------------------------------------------------------------

Και σημερα :

"Βισμαρκ" & "Αιγαιωτισσα ΙΙ"

 ή αλλιως

 Δαβιδ & Γολιαθ

ή αλλιως ενα πρωτοτυπο ρεμετζο...
Τα ψυγεια των κυριων μηχανων του Αιγαιωτισσα ΙΙ , λυμενα για καθαρισμο αρα μηχανες γιοκ για την μανουβρα που διακαως ηθελε ο Καπτα Σταυρος για να βαψει κ την δεξια παντα του καραβιου. 
-"Αντε ρε Πανο , ποτε θα δεσεις τις μηχανες να το σκαντζαρω?" 
- "Για αυτο στεναχωριεσε? πρωι πρωι αυριο θα το γυρισουμε το σκαφος" 
- "πως?" 
- "Θα φερω το πριαρι..."
 Ο χτεσινος σχετικα σουρεαλιστικος διαλογος τους... Και σημερα πουρνο πουρνο , με την μπασα - των ρεματων- κ πριν βαλει το Μαιστρο , απικο με το πριαρι, την βαρκα ντε του Πανου με το θρυλικο ονομα "bismarc" να αριβαρουμε για το ιδιοτυπο τουτο ρυμουλκιο....
40 μετρα το ενα σκαρι  , 4 μετρα το αλλο... Ε αυτο ηθελα να το ζησω... 
Σχοινακι πρυμισιο , η μηχανουλα της βαρκας να αγκωμαχα , 
-"Ελα πισω, να μην ξενεριζει η προπελα" κ εγω να παιζω το ρολο ερματος...
Και μια δυο τρεις , το γυριζε πλωρα - πρυμα το Αιγαιωτισσα...Διχως προπελια δικη του, διχως μηχανες....
 










 ( Ο λογος που εχω αδυναμια στα μικρα πλεουμενα ειναι κ τουτος... Οι θαλασσινοι που τα κουμανταρουν πρεπει πατεντες να σκαρφιζονται συνεχως σαν τους παλιους νησιωτες καραβοκυρηδες... 
υγ 2... ενα σταδιο απο την στερια δεν γυρευα τις προαλλες να αρμενισω? ε λιγα μετρα απομακρυνθηκα μα κ τουτο μου φτανει...)

12.2.13

Καΐκια της Ελλαδας: Επιδοτούμενη θανατική ποινή

Καΐκια της Ελλαδας: Επιδοτούμενη θανατική ποινή





εφοπλιστης τευχος 238

Ενα κειμενο μου με αφορμη το κοψιμο - σπασιμο- καταστροφη του "Αθανασιος γ"



«Επιδοτούμενη καταστροφή της υλικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς». Η φράση αυτή έχει εντυπωθεί στο μυαλό μου. Σε μια πρόταση όλες οι διαστάσεις του αποτρόπαιου εγκλήματος. Αλλά πώς να ξεκινήσω να γράφω ένα τέτοιο κείμενο; Υπάρχουν λόγια να περιγράψουν το θέαμα;
Τι να γράψω για ένα θέμα που μόνο ντροπή, θλίψη και θυμό με γεμίζει… Χρονικό ενός επικείμενου αποτρόπαιου εγκλήματος, μιας νομοθετημένης πράξης που στερείται παντελώς λογικής. Επιδοτούμενο σπάσιμο ή κόψιμο ή απόσυρση αλιευτικού σκάφους. Έχει σημασία ο τίτλος; Όχι.
Καταστροφή και θάνατος το αποτέλεσμα. Μα πώς να ξεκινήσω και τι να πρωτοπώ; Για τις παράπλευρες απώλειες πέρα από την καταστροφή ενός ακόμη παραδοσιακού σκαριού; Για τη ναυπηγική εμπειρία που χάθηκε και δεν μεταλαμπαδεύτηκε; Για τις θέσεις εργασίας αλιεργατών και πληρώματος που εξέλιπαν; Για την απαξίωση της πρώτης ύλης, του ξύλου, που δεν ανακυκλώθηκε; Για την έλλειψη σεβασμού στην ίδια την προπατορική ναυτοσύνη; Από τούτες τις ψαρόβαρκες δεν γεννήθηκε η ναυτική Ελλάδα;
Με τη σειρά λοιπόν η καταγραφή. Έτσι όπως τα είδα, όπως τα έζησα, όπως τα άκουσα και τα κατέγραψα, χύμα και μπερδεμένα· από την προηγούμενη μέρα, όταν αφαιρέθηκε ο μηχανολογικός εξοπλισμός, μεχρι τη στιγμή που θρυμματίστηκε το τελευταίο μαδέρι. Τότε που δεν άντεξα να κοιτάξω πίσω.
Οχτώ ώρες κράτησε όλη η διαδικασία. Το σπάσιμο ούτε μια ώρα. Εικόνες βίαιες, βάρβαρες, ταπεινωτικές για τη ναυτική μας κληρονομιά. Ένα ακόμη καΐκι που επιδοτήθηκε για να καταστραφεί. Μην ψάχνετε λογική, δεν υπάρχει.
Διαβάστε τη συνέχεια στον «Ε» Φεβρουαρίου… http://www.efoplistis.gr/page_view.php?id=422

5.1.13

Μια Καπετανισσα & η θαλασσα

Εφοπλιστης ΤΕυχος 237 (Ιανουαριος 2013)

Η χαρα μου μεγαλη... Η Καπτα Βασω η Κονιδαρη μου παραχωρισε για λογαριασμο του περιοδικου Εφοπλιστης μια χειμαρρωδη 7σελιδη συνεντευξη...
Αξιζει να την διαβασετε .



Το λινκ του περιοδικου  για μια προγευση ειναι εδω
"Βάσω Κονιδάρη, πλοίαρχος Α’ εν ενεργεία, εκ Λευκάδος ορμώμενη. Η καπτά Βάσω για το πλήρωμα. Η Βασούλα για τους αγαπημένους και δικούς.
Η Βάσω της θάλασσας για όσους την έχουν ζήσει. Μια γυναίκα καπετάνισσα, που καταξιώθηκε ακολουθώντας για επάγγελμα το δρόμο της καρδιάς και του πεπρωμένου της.
Από τις πρώτες πλοιάρχους Α’ –ή μήπως πλοιαρχίνες;– της φουρνιάς της, μια από αυτές της Ελληνίδες που συμπληρώνουν συνολικά σκάρτη δεκάδα.
17 χρόνια υπηρεσίας μέχρι τούδε στο φυλλάδιό της. Απ’ όλα: φορτηγά, γκαζάδικα, επιβατηγό δρομολογιακό, f/b, παντόφλες, ιστιοπλοϊκά, θαλαμηγοί, motor ships. Μόνο σε LPG δεν θα ‘θελε να πλοιαρχεύσει, όπως λέει.
Ένας άνθρωπος που δεν περνά απαρατήρητος ούτε στη στεριά, πόσο δε μάλλον στη θάλασσα. Ορμητική, γεμάτη ζωή, ενέργεια, θέληση, έχει πάντα κάτι να πει, κάτι να δώσει. Όσοι βρέθηκαν κοντά της στα καράβια –σε οποιοδήποτε μετερίζι– κάτι αποκόμισαν, κάτι κέρδισαν από τούτη τη συναναστροφή.
Κάποτε σ’ ένα λιμάνι μικρό επαρχιακό, στον ντόκο, τη θυμάμαι στο κατάστρωμα να ελέγχει την εκφόρτωση –λιπάσματα, νομίζω– φορώντας το κράνος και τη στολή εργασίας· τόσο ενσωματωμένη με το καράβι, τόσο «ένα» με το τσούρμο του πληρώματος.
Όταν έλαβε χώρα τούτη η συνέντευξη, μόλις είχε τελειώσει τη βάρδιά της. «Στην Αλεξανδρούπολη βρίσκομαι, έχει και μια συννεφιά…». Η πρώτη ερώτηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι η κλασική, αυτή που άπειρες φορές όλοι την έχουν ρωτήσει.
Γιατί ναυτικός, γιατί καπετάνισσα;
Το χαμόγελο φωτίζει και γλυκαίνει το πρόσωπό της, όπως κάθε φορά που τη ρωτάνε γι’ αυτή τη δουλειά. Με μια φυσικότητα λέει αυτό που πάρα πολλοί σκεφτήκανε κάποτε σε ηλικία τρυφερή, αλλά λίγοι αποτόλμησαν. Κι ακόμη λιγότερες γυναίκες.
«Από μικρή έβλεπα ότι μ’ άρεσε να μετακινούμαι συνέχεια από το ένα μέρος στο άλλο, να γνωρίζω και τα μέρη και τους ανθρώπους. Έβλεπα πως η θάλασσα με γοήτευε. Με ηρεμούσε με τις μπουνάτσες της, μα κι όταν είχε φουρτούνα με εξίταρε».
Η συνεχεια στο περιοδικο...

15.12.12

Στην ελλαδα τα καικια τα σκοτωνουν....

Βιαια, φριχτα κ ταπεινωτικα....
Οσοι αντεχετε δειτε τις πρωτες χτεσινες εικονες ....
Το επιδοτουμενο σπασιμο - κοψιμο ενος περιφανου σκαριου.
Στο Facebook θα δειτε ολο το φωτογραφικο χρονικο στην σελιδα μας Σκαρια & Πλεουμενα (εδω)

Τις επομενες μερες θα υπαρξει κ κειμενο.εδω το πρωτο Βιντεο
και στο My lefkada ολο το χρονικο  μαζι με μια συντευξη μου φορτισμενη.... δειτε εδω










10.12.12

"Αννα" ... των Βορειων Θαλασσων...



η τιμονιερα του Αννα μεσα απο το φακο της φιλης Νατ.Βαγενα


Αννα των Βορειων Θαλασσων…
Αννα με την Γερμανικη Σημαια…
Αννα του 1875 – Bremen για νηολογιο….

Ένα μακρόστενο ασπρο ξύλινο σκαρί, τυπικό δείγμα ναυπηγικής των βορειοευρωπαιων… λίγο μικρότερο από τριάντα μέτρα το μήκος του… Η ηλικια του μονο δέος προκαλεί… 137 χρονων… έχοντας  οργώσει, έχοντας  αρμενίζει όλες τις θάλασσες με τα  πανιά αρχικά κ αργότερα με μηχανή…Σκουνα το σκαρι του… η παλιοτερη λεει εν λειτουργια σκουνα που υπαρχει στα πελαγα κ εξακολουθει να πλεει…Στην Δανια την ναυπηγήσανε και για χρονια για πολλα χρονια στις Βόρειες τις παγωμενες θαλασσες δουλευε σαν ψαραδικο , εκεινων των καιρων.



Τα τελευταία χρόνια,  τους χειμώνες, ναυλουχει στα μέρη μας,  στο νησι μας… Γνώριμοι λοιπόν του χειμώνα, με τον  γερμανό ιδιοκτήτη του… Ένας τύπος μεσήλικας γενειοφόρος ασπρομάλλης  που νομίζεις ότι  η φιγούρα του ξεπήδησε μέσα από πειρατικές  παλιές ιστορίες.
Το καλοκαίρι κ καμία φορά την άνοιξη –στο Πάσχα των καθολικών -  το γέρικο σκαρί γεμίζει φωνές χαρούμενες, τότε που έρχεται η οικογένεια του κ τα πιτσιρίκια , ποδήλατα, μπάλες , βατραχοπεδιλα στο ντεκ …τότε που σαλπάρει για το αιγαίο, για τις Σποράδες , για τα Δωδεκάνησα … ανοίγει το φλόκο ανοίγει κ τα μεσιανά κ ξεκινά. Και τυχαία μας  συναπαντήματα, στην Σκιαθο, στην Λερο , η μεσομπουγαζα …σαν να συναντάς απρόσμενα έναν γνωστό σε άγνωστα κ απομακρυσμένα λημέρια… 
 

Κάποιους χειμώνες , με δυο κουβέντες σκόρπιες, μισες στα ελληνικα, μισες στα αγλλικα,  συντροφιά του κρατάμε του Γερμανού μας ,  στα μαστορέματα, όπως τότε που άλλαζε τα καταρτια, που εκανε μπαλώματα κ μερεμέτια στο κατωκαραβο….
Είχα ζητήσει τότε να μπω στα ενδότερα του Αννα… λίγες φορές εκφράζω την επιθυμία να μπω μέσα σε ένα σκάφος ξενο…σαν να πρόκειται για βεβήλωση ,για ιεροσυλία , σαν να του ταράζω την ησυχια… όμως η επιθυμία μου να μπω στους αλλουεδες τους εσωτερικούς, να δω τους μέσα χώρους, τις καμπινές , τα ξυλά τα παλιά , τα εκατόχρονα ήτανε έντονη, σαν την περιέργεια μου…
Τι μου εμεινε… τι θυμαμαι… μα την μυρωδιά… αυτή τη γνωριμη του παλιοκαιρισμενου ξυλου κ των σεντινονερων , την ιδια που όλα τα παλια σκαρια εχουν, μια μυρωδια που δεν απολείπει , ακομη κ από  του πληρωματος το πετσι …σαν να ποτίζετε με αυτήν.
Ένας διαδρομος αβερτος, διχως φραχτες κ στεγανα ετσι όπως ,παλια τα φτιαχναν ετουτα τα σκαρια , προ κανονισμων… ένα αμπαρι όλο το κατωκαραβο κατω από την κουβέρτα. Να έχει χώρο για τα φορτια , για τα αλιευματα,  να εχει απλα…  Δωματιάκια , με κουκέτες ξύλινες στενές, μια κουζίνα με τα βασικά, το ίδιο κ το μπανιο… είχα την εντύπωση πως  μεταφερόμουν πίσω στο χρόνο , δίχως τις ανέσεις , τις πολυτελιες , τα αυτονοητα των σκαφων των συγχρονων… τα βασικά μονο  , τα απολύτως απαραιτητα… τοσο απλα , τοσο λιτα, τοσο αληθινα.
Και πίσω στο κατάστρωμα , δεν ηθελα να αισθανομαι σαν εισβολεας στην ψυχη του σκαριου… πισω στην κουβερτα…σε αυτό που φαινεται προς τα εξω. Σε αυτό που θελει να δείχνει…
Τα ειδα όμως τα δεσίματα του, τα στραβά, τις πικεριες κ τις καδινες… σαν να αφουγκραζομουνα πως οι καραβομαραγκοι της εποχής κ της χωρας του τα εδεναν τα σκαριά τους. Να αντεχουν σε φορτια κ φορτωματα, να αντεχουν σε καιρους αγριους χειμωνιατικους κ θάλασσες φιλόξενες…
Προσπαθώ να θυμηθώ πότε το γνώρισα,  όμως δεν βοηθα η μνημη… πραγματικά πότε το πρωτοαντικρυσα ? ίσως μια φορά που έμπαινε στο δίαυλο ρυμουλκούμενο κ λαβωμένο, αλλά σαν όλα τα γερικα σκαρια, σαν όλα τα περιφανα, που εχουν φαει με του κουτάλι την αρμυρά κ τα πέλαγα, τον οίκτο δεν τον προκάλεσε, μήτε την λύπηση μου…. Έπλεε ακόμη κ τότε αγέρωχο  γνωρίζοντας πως επέζησε τόσων κ τόσων πλεούμενων…πως μια αβαρία δεν θα του στερήσει το γόητρο ούτε την γοητεία…

Πήρα να αναμετρώ τότε, όχι πόσες θάλασσες, μα πόσους πόλεμους, ποσά γενονοτα της ιστορίας ,πόσες γενιές γνώριζε, ποσες περιπετειες… όχι σε ποια πέλαγα μα σε τι καιρους κ τι χρονους περιπλανήθηκε κ ένοιωσα δέος … σεβασμο ανειπωτο… 1875 εγραφε στην ξυλογλυπτη πινακιδα της πρυμης…
Και  έπιασα το ξύλινο τιμόνι , στην σκαλιστή την τιμονιέρα κ ένοιωσα να μεταφέρομαι πίσω στο χρόνο, πίσω στις εποχές, πίσω στις μνήμες..
Θελω την ιστορια του να μαθω..ο πλοιοκτήτης ο τωρινός δέκα πέντε μόλις το εχει στην κατοχη του… «Κάποια στιγμή ελα να σου την πω» μου λεει στα αγγλικα , να βρω κ φωτογραφίες…» Βιβλίο λέει ετοιμάζουν στο εξωτερικό που θα το περιλαμβάνει σαν την τελευταία,  την πιο παλιά εναπομένουσα σκούνα…

Και περάσαμε μαζί, χώρια κ αντάμα, ξεχειμωνιασματα , ποτέ στην Μαρινα, ποτε στο μωλο, στο δρόμο του κάστρου εκεί στον πόντε…

Εκεί άραξε κ φετος…
 
Μια παρέα όλα τους … το ψαραδικο το τρεχαντηρι από το καστρο τα δυο τα δικα μας , το κατασχεμενο “Hina te Fatu” ,  το “Αννα” κ ένα μικρο εγγλεζικο “Pandora of Down” που το τσάκιζε κάθε φορά ο νοτιάς διχως στρωμάτσα κ μπαλονια..
Και μια μέρα του Νοεμβρη το Αννα έφυγε… το αναζήταγα  από αλάγρα από το δρομο… κατι ειχε χαλάσει τη σειρα…
Το είδα την ίδια μέρα στην Μαρίνα… και ο γερμανος του εκεί,  παρόν…Θα άλλαξε λεει την μηχανή… Όλα προβλήματα ήταν η παλιά… θα βάζε κ μια μικρή εφεδρική, έτσι να βρίσκεται …μας ρώτησε κ για τα δικά μας τα ταξίδια, για του κουρσάρου την πλεύση για την συμπεριφορά στα κύματα. Θα εφευγε τις επομενες μερες… προβληματα στην πατρίδα. Θα γύριζε άνοιξη…
Και ξημέρωσε εκείνο το πρωινό μετά τα αγρία 9αρια του μαΐστρου… Άυπνη από την έγνοια κ την αγωνιά όλο το βράδυ για τα σκάφη πήγαμε με το φως της μέρας πρώτα από την μαρίνα κατά πως το συνηθίζουμε…
Είναι το ματι μου μαθημενο από μακρυα να πιανει τις παράταιρες εικόνες, συνηθισμένο να βλέπει τα ασυνήθιστα…Πριν τη στροφή τα άλμπουρα γερμένα με κλίση μεγάλη κ ανεξήγητη…-«Ωχ  το Αννα, εχει  μπατάρει »….

Το σφιξιμο της καρδιας στην θεα του σκαριού του βουλιαγμένου δεν μπορει να αποδοθεί με λόγια. Γροθιά στο στομάχι το θέαμα. «Το καημένο» .. .σαν άνθρωπος , σαν δικος… τραυματισμένο αναζητούσε την βοήθεια κ την  σωτήρια από τους ανθρωπους που προσετρεξαν … Παραδοξως ηταν ακομη περιφανο κ ας ηταν από το βραδυ βυθισμενο… Εκει αναμεσα 8- 9 την ωρα που φορταρισε ο ανεμος, την ωρα που μας εκοψε εμας δυο καβους , εγινε το κακο… σε δεκα λεπτα μεσα ειχε μπαταρει, αστραπιαια , πριν το παρει κανεις χαμπαρι, αθορυβα.

Ταινιες απαγορευτικες να  κλεινουν την προσβαση δεν ειχαν ακομη μπει κ ο γερανος περιμενε τον δυτη να τελειωσει κ να περασει τις φασκιες… να παμε λιγο κοντα να το δουμε…
 

-«Παιδια μακρυα» δεν ξερουμε τι γινεται σε ένα ξαρτι κ σε ένα σιδερο βαστιεται να μην μπαταρει εντελως.

Και τοποθετουνται οι κωνοι οι απαγορευτικοι, κ οι κοκκινες κορδελες κ οι αδιακριτοι – εμου συμπεριλαμβανομενης- κ οι μη εχοντες εργασια να κρατηθουν μακρυα….
Και φυσικα το φραγμα για ενδεχομενη ρυπανση , αυτό που εβλεπα μονο στις ετησιες τις ασκησεις…
Και κρυο  αγιαζι να πηρουνιαζει τα σωθηκα…αλλα όχι θα καθισω εκει οσο αντεξω…δεν μπορω να φυγω , δεν θελω να φυγω τους λεω. Κ ας μην υπαρχει λογος προφανης περα από την  ονειροπαρμενη αντιληψη μου που  πιστα υπηρετω κ πρεσβευω…πως τα σκαφη και  ψυχη εχουν  κ υποφερουν…
Και εμεινα εκει ένα τετραωρο να χαζευω τους ιμαντες, τις αντλιες, τις μανικες ,τον γερανο , να ακουω των ξυλων το αποκρουστικο τον ηχο την ωρα που  ζοριζονταν, που τριζαν από την βιαιη επαφη με τον ντοκο …να αφουγκράζομαι τα λόγια κ τις κουβεντες, να προσπαθω να βγαλω νοημα , να καταλαβω γιατι βουλιαξε, να ακούσω η ζημία κ η αιτία ποια ηταν… Εικασίες κ σενάρια από τους συνήθεις περίεργους ομογυρους μου  κ όταν δεν ενοχλουσα ,όταν η στιγμη το επετρεπε ,να  προσπαθω να ξεκλεψω από τους πιο αρμοδιους καμια εγκυρη πληροφορια…
Και απεμεινα εκει , καθισμενη πανω στην πυροσβεστικη φωλια ,να βλέπω το δυτη να βουτα , να βγαινει, να δειχνει, τον γερανο να σηκωνει κ να κατεβάζει το βελόνι κατά το δοκουν, τις αντλιες να δουλευουν, τα πανιολα να αφαιρουνται , ότι βαρος από το καταστρωμα μπορουσε να μεταφερθει, να βγαινει στο ντοκο.
 

-«έχει ζημία ? πως έγινε?»
-«δεν μπορώ να δω ακόμη»
-«έχει καθίσει?»
-«όχι ευτυχώς το συγκράτησαν τα ξάρτια. Δεν έστρωσε»
κ μετά από κάμποσο κ από πολλές του δυτη βουτιές στα εξω αλλά κ στα ενδότερα με τον φακό  – πω πως πιανοταν η ψυχη μου εκεινη την ωρα- …
-« δεν βλέπουμε ζημία , μόνο την μπούκα της εξατμισης διχως ταπα, αυτή  της μηχανης που αφαιρεθηκε,  , από κει  καλαρισε τα νερα.»
 Τεσσερις ωρες στο κρυο μεχρι που απέμεινα μονη…
-«Εσυ θα μου πεις τι κανεις εδώ?»
-«Εγω? Μα δεν μπορώ να φύγω» λέω διχως να εχω κανενα επιχειρημα….

Αλλά εφυγα, κ όταν γύρισα το βρήκα ρυμουλκιο  να είναι στους ιμάντες του λιφτ στερεωμένο… κ χάρηκα που τα έξαλλα του κ τα πλαϊνά τίποτα δεν είχανε, τιποτα δεν παθανε… και που αντεξε αν κ με το εσωτερικο τραυματισμενο…τουλαχιστον δεν ηταν μεσα οι μηχανες …γλυτωσανε…Detroit η παλια , -Deutsch η καινουργια


Αμέλεια δηλαδη η αιτία … ούτε τα παλιά βρεχαμενα εφταιγαν , ουτε σοκορο ανοιγμένο υπηρχε, ούτε στουπί βγήκε… νερά που μπηκαν από την τρυπα της εξατμισης… ηταν δεν ηταν 10 εκατοστα η διάμετρος…αμελητεα σε σχεση με ένα σκαρι τριάντα μέτρο σχεδόν.μα μοιραία….
 

Και πέρασαν κάποιες μερες κ το γνώριμο βανακι με της γερμανικές πινακίδες εκανε την εμφανιση του… Και εκεί στην ιδια μεριά που ήταν το Αννα  φασκιωμενα φορτια ολοκληρα με αχρηστα πια αντικειμενα των σωθηκων… στρωματα, ξυλα – φορτηγα ολακερα- , καλωδια, συσκευές, ψυγεια, κουζίνες , εργαλεια, ένα μωρουδιακο πλαστικο παπουτσι… θλιβερές ντάνες στοιβαγμένες στην στεριά …

Πάμε κοντά ,μια καλημερα τουλαχιστον την οφειλουμε…ξερω πως τετοιες ωρες οι κουβεντες είναι μετρημένες ή μαλλον πρεπει να είναι….
 

Τι εγινε ?ρωτω ….
«Μια Μαλακια» η φραση αυτή στα ελληνικα…. Ετσι ειπε ο γερμανος… «μα δεν παει το μυαλο σου πως θα θαλασσωνε ετσι… την προηγουμενη μερα εφυγα… Την προηγουμενη μολις μερα εφυγα… Εχω τον πατέρα μου στο νοσοκομείο. Που να το φανταστω, ηταν ψηλα η μπουκα, 20 ποντους 25. Ητανε κ αλαφρυτερο, ξεσαβουρωτο  εναμιση τονο διχως τη μηχανη… ξερεις ε δεν την εβαλα γιατι η ρεβερσα ηταν άχρηστη κ περιμενα την καινουργια» « Δυο ατομα ειχα που το βλεπανε…. Και ειχα τεσσερις  αντλιες 2 από τις μπαταριες κ δυο 220.. αλλα δεν τα πρόφτασαν τα νερα… καικια σαν αυτό δεν έχουν στεγανά… δεν θελει κ πολύ να γεμιζει νερα, είναι κ αμπασο… θυμάμαι στο Αιγαίο ημουνα , έψαχνα καλαφάτη για ένα σοκόρο, ένα αρμό 15 εκατοστα… 20 λεπτα έλειψα κ το βρηκα σχεδόν 2 πιθαμες βουλιαγμένο κ δεν έβρισκα πουθενά – εξόν της Λερού – λιφτ να με τραβήξει…δεν θέλει πολύ να γίνει το κακό.

Εχει ασφάλεια? ρωτώ…
 από την πρωτη στιγμη φανταζομουνα πως δυσκολα καποια ασφαλιστικη θα αναλαμβανε τοσο παλιο σκαρι… «όχι καμια δεν δεχεται να το ασφαλισει…αλλα αν ηταν ένα ψευτικο  πλαστικο της σειρας δεν θα υπηρχε θεμα… Δες τοση ταλαιπωρια , τοσο κοπανισμα κ  τα στραβα του αντεξαν, τα μαδερια δεν παθαν τιποτα…»

Είναι μεγάλη η ζημία ? ρωτω….
Βλεποντας στρωματα , εξοπλισμο, την βαπορετα, την γεννητρια , ηλεκτρικα πεταμενα χυμα εξω…
«Μεσα διαλυθηκαν όλα. Τιποτα δεν εμεινε όλα από την αρχη. Τα ξηλωνουμε όλα. Δεν εχω λεφτα να τα φτιαξω σιγα σιγα, όμως την ωρα που ηταν βουλιαγμενο ο γιος μου ο μεγαλος – 13 είναι, με κλαμα στα ματια μου ειπε πως πρεπει να το σωσουμε , πρεπει να το κρατησουμε, του το χρωσταμε. Αυτος με επεισε.»
«βγαζω σιγα σιγα τα πραγματα από μεσα , κ μετα θα το ξεπλυνουμε ολο με γλυκο νερο με το πιεστικο γιατι οσο καλο κ αν εκανε η αρμυρα στο κατοκαραβο κ στις ξυλοδεσιες  τοσο κακο ηταν για όλα τα υπολοιπα… από την αρχη ολες οι ηλεκτρικες εγκαταστασεις, τα οργανα , όλα… Μεγαλη ζημια… κ πρεπει να στεγνωσει καλα…» και πρεπει να ξαναφυγω…. Λεω από βδομαδα να το ξαναριξω διπλα, ειδες τι καιρο λεει τις επομενες μερες?»

Ειπαμε να περασει η νοτια , να περασει κ το 7αρι του μαιστρου… μετα ρυμουλκουμενο το χτυπημενο Αννα  θα παει παλι στην ιδια μοιραια θεση  από Γεναρη κ για ένα τριμηνο θα αρχισουν οι επισκευες κ κατά την ανοιξη θα βγει εξω στην στερια για τα μερεμετια τα υπολοιπα , να φτιαχτει της πρυμης το τακαδο , να τσεκαριστουνε οι αρμοι…

Αντεξε όμως λεω… αυτό εχει σημασια… αντεχει ακομη…και σιγουρα  θα  πλευσει ξανα με νεες μηχανες στα πελαγα μας… μια αβαρια ητανε, μια ατυχη στιγμη , μια μελανη όχι σελιδα μα κουκιδα στα τοσα χρονια ιστοριας του… Και φυσικα  τα αρμενα του θα τα ξανανοιξει…

Και στο κατω κατω της γραφης, μαθημενο είναι από περιπετειες… ξερει να αντεχει κ να επιζει  και να επιμένει…ως η παλιοτερη σκουνα , το παλιοτερο σκαρι εχει αντοχες ακομη…
Και ως επίλογος , ως επιμύθιο….
«Το ξέρεις πως είναι η δεύτερη φορά που βουλιάζει?
Στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το γάζωσαν με ριπές , το βούλιαξαν στην Νορβηγία…σε  λαθρεμπορικό λέει το είχαν μετατρέψει…»

Και από την σαβουρα των ξυλων που πανε στην χωματερη, ένα ροδοξυλο, μια ελια, ένα μπανιολο  ( για πυρογραφια του ) πηρα κ ένα ξυλινο –αλμυρισμενο- μπολ…. Ενθυμιο της περιπετειας του Αννα…

Και ως υστερογραφο, ως ευσημο – τιμη μου κ καμαρι-  σε σπαστα ελληνικα ο χαιρετισμος του Γερμανου φιλου , όταν επιτελους γελασε βλεποντας με φορτωμενη με τα ξυλα τα πεταμενα του Αννα….
«Εσυ… πολύ Τρελλος»…. Μα αν δεν ειχα ετουτη την τρελλα θα αγαπουσα τοσο ετουτα τα σκαρια?